Problems loading language from path: /home/zukkugr/oldepta.eptanews.gr/components/com_dropbox/
ΕΠΤΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΕΠΤΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Lorem ipsum dolor sit amet, sic genero nomine Piscatore mihi.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018 10:58

Ρουγκάτσια από το Λύκειο Ελληνίδων

Σε Μητροπολίτη και Πάρκο των Χρωμάτων

 

 

 

 

 

Τα Ρουγκάτσια αναβίωσαν χορευτές του Λυκείου των Ελληνίδων Κατερίνης το βράδυ της Παρασκευής 21 Δεκεμβρίου στη Μητρόπολη, στο Πάρκο των Χρωμάτων και στον πεζόδρομο της πόλης.

 

Φουστανελοφόροι με σπαθιά κατά τη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου περιφέρονται στα χωριά του κάµπου, αφού πρώτα πάρουν την ευχή της εκκλησίας και στην περίπτωσή μας του Μητροπολίτη Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος, κ. Γεωργίου. Σε κάθε σπίτι που επισκέπτονται µε τους ήχους των ζουρνάδων και του νταουλιού χορεύουν έναν κύκλο τεσσάρων συνεχόµενων χορών, που όλοι µαζί ονοµάζονται "Ρουγκατσιάρικος". Θερμά συγχαρητήρια στους χορευτές μας και στον χοροδιδάσκαλο του ΛΕΚ, κ. Αποστόλη Σκρέκα.

Την ίδια ημέρα οι κυρίες του ΔΣ του ΛΕΚ στόλισαν το σπιτάκι των συλλόγων στο Πάρκο των Χρωμάτων και κερνούσαν τους περαστικούς επισκέπτες ευχόμενες Καλά Χριστούγεννα και Καλές Γιορτές!

 

Κριτική Της Δρ. Ξανθίππης Καραβίδα

Φιλόλογος

 

 

Τον απαιτητικό Ριχάρδο τον Γ΄,  που γράφτηκε περί το 1591 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ανεβάζει τις μέρες αυτές το θέατρο «Μω», ένα ντόπιο σχήμα που θέτει σταδιακά τη δική του δυναμική σφραγίδα στα πολιτιστικά δρώμενα της Κατερίνης.

 

Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο καμπούρης και χωλός Ριχάρδος, δούκας του Γκλόστερ, ο οποίος αν και πολύ πίσω στη σειρά διαδοχής του στέμματος, επιθυμεί την εξουσία. Χωρίς  καμία έννοια συνείδησης και χωρίς ενδοιασμούς, ο άπληστος Ριχάρδος χρησιμοποιεί τη διπλωματία, την πειθώ, την εκμαυλιστική σαγήνη, σκευωρίες, συκοφαντίες αλλά και τη βία, ενεργοποιεί δηλαδή με ευφυΐα  κάθε μέσο, προκειμένου να αναρριχηθεί στον αγγλικό θρόνο ως Ριχάρδος Γ, σκοτώνοντας εχθρούς, συγγενείς και υποστηρικτές πριν φτάσει στη μάχη του Μπόσγουορθ. Στη σαιξπηρική τραγωδία γύρω του κινούνται πολλά πρόσωπα, συνεργοί ή θύματα (ή και τα δύο) των πανούργων σχεδίων του, ενώ ο ίδιος απευθύνεται συχνά στο κοινό, σαν να επιδιώκει τη συμμετοχή και των θεατών στα ανοσιουργήματά του. Το αριστουργηματικό κείμενο του Σαίξπηρ είναι, λοιπόν, κατά βάση ένα διεισδυτικό σχόλιο πάνω στη δίψα για εξουσία.

Ο σκηνοθέτης Κοσμάς Χατζηιωαννίδης χειρίστηκε με επιδεξιότητα την ιστορία αυτού του δύσμορφου Δούκα και μετέπειτα Μονάρχη, αναδεικνύοντας ένα ενοποιημένο σύνολο, όπου βέβαια η φιγούρα του Ριχάρδου είναι κεντρική, ενορχηστρώνοντας ευσυνείδητα σε ρυθμό γρήγορο μια ευπρόσωπη παράσταση. Για ένα έργο ρεπερτορίου, για το οποίο ο Μ. Καραγάτσης, παρακολουθώντας την παράσταση του Αλέξη Μινωτή στο Βασιλικό Θέατρο το 1960, έγραφε στη Βραδυνή ότι για να πλαισιώσουν τον βασικό ρόλο απαιτούνται «καμμιά σαρανταριά καλοί ηθοποιοί (από τους οποίους οι δέκα περίπου άριστοι)», κατανοούμε τη δυσκολία του σκηνοθέτη, με δεδομένο ότι δεν είχε στη διάθεσή του αρκετούς ηθοποιούς˙ και δεν είναι αυτή η μόνη διαφορά. Ωστόσο, συγκριτικά με τα μέσα που διέθετε, το εγχείρημα ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό. Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε υπήρξαν πολλές στιγμές ή και ολόκληρες σκηνές εξαίρετες. Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες των πολλαπλών ρόλων που ανέλαβαν, επιτρέποντας στο κοινό τις περισσότερες φορές να κάνει ευχερώς τις διακρίσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου.       

Το κέντρο βάρους επωμίστηκε φυσικά ο έμπειρος Κωνσταντίνος Μυστακίδης, ένας πρωταγωνιστής που μπορεί να αναμετρηθεί με τον ρόλο και που φαίνεται ότι πραγμάτωσε το όραμα του σκηνοθέτη με τον καλύτερο τρόπο. Με  ψυχική δύναμη, σθένος και φυσικότητα απέδωσε όλες τις αποχρώσεις του ρόλου του, κυρίως τον κυνισμό και τον αμοραλισμό που επιδιώκουν να κρύψουν οι μειλίχιοι τρόποι και η ευγλωττία της δαιμονικά ζοφερής, στυγερής προσωπικότητας του Ριχάρδου, της οποίας τη δολιότητα χωρίς αναστολές εξομολογείται ο ίδιος αφτιασίδωτη στο κοινό, σαν για να το καταστήσει συνένοχό του ή απλώς αναζητώντας θεατές για να επιβεβαιώσουν τη διανοητική του υπεροχή που αντισταθμίζει και εκδικείται – υποτίθεται;- για τη σωματική δυσμορφία του (ο σκηνοθέτης δεν τόνισε ιδιαίτερα ούτε την καμπούρα ούτε τη χωλότητα του ήρωα, πιθανόν επιδιώκοντας να υπονομεύσει αυτή την ανάγνωση). Ελέγχοντας τα εκφραστικά του μέσα, τη φωνή και το σώμα του, με αρτιότητα ο Μυστακίδης αποκάλυψε για άλλη μια φορά την υποκριτική του δεινότητα, χειραγωγώντας ως αδίστακτος μηχανορράφος υπολογισμένα τους πάντες μέχρι το αναπόφευκτο τέλος.

Αντάξια στάθηκαν στο πλευρό του οι υπόλοιποι ηθοποιοί της παράστασης, οι οποίοι, όπως ειπώθηκε, είχαν να διεκπεραιώσουν περισσότερους ρόλους ο καθένας. Πειστικοί και δυνατοί, συνεπείς και φορές εντυπωσιακά εύστοχοι πλαισιώνουν ικανοποιητικά τον κεντρικό ρόλο και του δίνουν το βάθος που απαιτείται. Η Τίνα Ιωαννίδου, εξίσου ικανή και έμπειρη, ζει τους ρόλους της και βρίσκεται σχεδόν πάντα στον σωστό τόνο. Απέριττη και απολαυστική τόσο στις κωμικές πλευρές των ρόλων της όσο και στις τραγικές: στους ανδρικούς ρόλους (φονιάς β΄, Βόργκαν, Τύρρελ) αλλά και όταν κλαίει, παρακαλάει, καταριέται, σαρκάζει, με πόνο και μίσος, σαν τραγική λαίδη Άννα ή σαν βασίλισσα Ελισάβετ. Ικανότατος και ο πρωτοεμφανιζόμενος στο κοινό της πόλης του αλλά με θητεία στη Θεσσαλονίκη Ανδρέας Μαυρίδης, που υποδύθηκε τον Κλάρενς, τον Μπάκιγχαμ, τον Γκρέι,  τον Στάνλεϊ, τον μικρό Γιορκ αλλά, με ιδιαίτερη ευαισθησία, και τη Μαργαρίτα. Εξίσου επαρκής και ο Αλέξανδρος Δαλαμήτρας, που υποδύθηκε  συνολικά επτά ρόλους.

Από την άλλη, το σταθερό, συμβολικό και αφαιρετικό, σκηνικό, που προδιαθέτει από την αρχή για τη ζοφερότητα της υπόθεσης, αποδείχθηκε λειτουργικό, εξασφαλίζοντας τη γρήγορη εναλλαγή των σκηνών και των κοστουμιών, που ακολουθούν την ίδια αφαιρετική, εδώ και κάπως ροκ, ματιά. Ενδιαφέρων είναι ο τρόπος δήλωσης της ιεραρχίας και ευρηματικό το τέχνασμα με τα πανωφόρια- παραπομπή στους διαδοχικούς φόνους που έγιναν με ηθικό αυτουργό τον Ριχάρδο. Ακόμη, ενισχυτικά στην αποτελεσματικότητα της ατμοσφαιρικής παράστασης λειτουργεί και ο φωτισμός, ενώ η μουσική επιλέχτηκε να υπογραμμίσει τις κορυφαίες μόνο στιγμές.

Ο Ριχάρδος του «Μω», εν τέλει, κατακτά το κοινό και εισπράττει το αβίαστο χειροκρότημά του, ενώ ενεργοποιεί τον προβληματισμό του για τη σχέση ηθικής και εξουσίας- σε κάθε εποχή. Πρόκειται, επομένως, για μια αξιοθέατη παράσταση, που τιμά τη μικρή μας πόλη και μας δίνει την ευκαιρία, όπως βέβαια και οι παραστάσεις των υπόλοιπων θεατρικών σχημάτων της, να συμπληρώσουμε – σε κάθε ηλικία- τη θεατρική μας παιδεία, να γυμνάσουμε τα αισθητικά μας κριτήρια και να απολαύσουμε υψηλού επιπέδου θέατρο στον τόπο μας. Ας δείξουμε ότι είμαστε ευαίσθητοι δέκτες της προσπάθειάς τους, μια που ειδικά στις γιορτινές μέρες όλοι έχουμε χρόνο αλλά και ανάγκη για πνευματική ανάταση.

 

 

 

 

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018 10:53

Χριστουγεννιάτικη γιορτή

Λιτόχωρο

 

 

 

 

Μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα πραγματοποιήθηκε η Χριστουγεννιάτικη Γιορτή των Κατηχητικών Συνάξεων της Αρχιερατικής Περιφέρειας Λιτοχώρου, στο πνευματικό κέντρο της ενορίας του Αγίου Νικολάου Λιτοχώρου.

 

Στην εκδήλωση παρέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος κ. Γεώργιος.

Όσοι παρευρέθηκαν, είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια και ποιήματα από τα παιδιά και τους νέους των Κατηχητικών Συνάξεων, καθώς και την θεατρική παράσταση «Ο Χριστός στο κάστρο» του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Την εκδήλωσε άνοιξε με φιλική συμμετοχή η Φιλαρμονική του Δήμου Δίου- Ολύμπου.

Στην προσλαλιά του ο Σεβασμιώτατος απευθύνθηκε προς το πυκνό ακροατήριο και έδωσε εόρτιες χριστουγεννιάτικες ευχές σε όλους μοιράζοντας ως ευλογία εικόνες της Γεννήσεως του Χριστού.

Την εκδήλωση συντόνισε και παρουσίασε ο Πρωτοπρ. π. Άγγελος Γιαννίκης, υπεύθυνος του Γραφείου Νεότητας Νεότητος στην Αρχιερατική Περιφέρεια Λιτοχώρου.

Στη χριστουγεννιάτικη εκδήλωση συμμετείχαν παιδιά των Κατηχητικών Συνάξεων των Ενοριών, Λιτοχώρου, Ν. Πόρων, Ν. Παντελεήμονα, Πλαταμώνα, Σκοτίνας και Λεπτοκαρυάς.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018 10:52

  Τα πιο ζεστά Χριστούγεννα

Μακριά από βία, μίση, εγωισμούς και πολέμους, ένα μικρό χριστουγεννιάτικο διήγημα για τα παιδιά όλου του κόσμου. 

 

 

Του Γιάννη Τσαπουρνιώτη

 

Παραμονή Χριστουγέννων και οι πρώτες νιφάδες χιονιού, δειλά-δειλά, αναπαύονταν στις στολισμένες γειτονιές της πόλης. Ο Γιάννης και η Μαρία είχαν ξυπνήσει πολύ νωρίς. Λαχταρούσαν να ξημερώσει για να ξαμοληθούν στους δρόμους ψέλνοντας τα κάλαντα.

 

Φέτος αυτή η μέρα είχε μια ιδιαίτερη σημασία για τα δυο αδέρφια. Ένα χρόνο τώρα οι γονείς τους ήταν άνεργοι. Αν και ήταν μικρά σε ηλικία, καταλάβαιναν το πρόβλημα. Ήξεραν πως μέσα από τις αντιξοότητες οι γονείς τους έκανα το παν, για να μη στερηθούν τα βασικά αγαθά από τη ζωή τους. Όμως, οι τελευταίες οικονομίες  εξαντλούνταν κι αυτές.

Πριν από καιρό η Μαρία κρυφοκοιτώντας, είδε τη μητέρα της να κλαίει κουρνιασμένη στην αγκαλιά του πατέρα της, λέγοντας με πόνο ψυχής πως δεν αντέχει άλλο. Εκείνος την παρηγορούσε επικαλούμενος τη χάρη του Θεού.

 «Έχει ο Θεός για όλους. Να είμαστε πρώτα υγιείς κι όλα θα γίνουν. Περιμένω από μέρα σε μέρα απάντηση από την εταιρεία. Μου έδωσαν ελπίδα για πρόσληψη, ας κάνουμε υπομονή».

Δυο μήνες πέρασαν από τότε κι απάντηση δεν ήρθε.

Χαρακτηριστικό ήταν και το γράμμα της Μαρίας στον Αι Βασίλη.

 «Άγιε Βασίλη, σε παρακαλώ πολύ φέτος να μη μου φέρεις κανένα δώρο, κανένα παιχνίδι. Θέλω μόνο αν μπορείς να βοηθήσεις τον μπαμπά μου να βρει δουλειά, γιατί η μαμά στεναχωριέται πολύ και θα αρρωστήσει».

Αφού ήπιαν βιαστικά το γάλα τους, ξεκίνησαν για να κάνουν πράξη το σχέδιο τους.   Ότι ποσό θα συγκέντρωναν θα το διέθεταν για τις ανάγκες της οικογένειας. Ήταν αποφασισμένα να γυρίσουν, σε όσο το δυνατό περισσότερα σπίτια και καταστήματα.

Τυλίχτηκαν με τα κασκόλ και τους σκούφους και ξεχύθηκαν στο δρόμο. Δεν τους έσκιαζε το τσουχτερό κρύο, όσο κι αν ροδοκοκκίνιζαν τα μάγουλα τους από την παγωνιά. Είχαν μέσα τους τη φλόγα της ελπίδας. Φέτος θα κάνανε Χριστούγεννα με τα δικά τους χρήματα.

Μα, δεν ήταν τα μόνα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων που με τα τρίγωνα, τις μελλόντικες, τις κιθάρες και τα ακορντεόν στόλιζαν με όμορφους ήχους κάθε μικρή και μεγάλη οδό της πόλης.

Ο Γιάννης και η Μαρία με ξεχωριστό ζήλο έβγαζαν από μέσα τους μια γλυκιά φωνή, μια μελωδία που αναζητούσε την ελπίδα μέσα από τη συλλογή των χρημάτων που έκρυβαν επιμελώς  στις τσέπες τους.

Ξεκίνησαν από τις οκτώ το πρωί και κόντευε απόγευμα πια. Η μικρή Μαρία τρεμόπαιζε τα δόντια της από το κρύο κι ο Γιάννης κουμπωμένος δεν ήθελε να φανερώσει το δικό του τρέμουλο, προσπαθώντας να τις δώσει θάρρος. Δεν παρέλειπαν όμως να ευχαριστούν τον κόσμο, όσο μικρό κι αν το ποσό που εισέπρατταν από τον καθένα ξεχωριστά. Είχαν διδαχτεί από τους γονείς τους να απονέμουν τιμή και σεβασμό στους συνανθρώπους τους.

Μετά από πολλές ώρες ορθοστασίας ο Γιάννης, μην αντέχοντας να βλέπει άλλο την Μαρία ξεπαγιασμένη, την προτρέπει προσποιούμενος κούραση.

«Λέω να σταματήσουμε εδώ Μαρία. Είμαι κουρασμένος και η μαμά με τον μπαμπά θα μας περιμένουν με αγωνία. Μαζέψαμε ένα καλό ποσό. Ας γυρίσουμε σπίτι»

«Όπως θέλεις», απάντησε η Μαρία, που μόνο τα βλέφαρα της διατηρούσε εκτεθειμένα στο κρύο, για να μη χάνει  την όραση της.

Καθώς βάδιζαν προς το σπίτι διέκριναν δυο κοριτσάκια να κλαίνε χωρίς σταματημό.

«Τι πάθατε κορίτσια; Γιατί κλαίτε; Σας πείραξε κανείς;»

«Τα κάλαντα!, τα κάλαντα!, μας κλέψανε τα κάλαντα!». Με παράπονο και σπαραγμό εξηγούσαν στα παιδιά πως δυο μεγαλύτερα αγόρια με ένα δυνατό σπρώξιμο τους απέσπασαν όλα τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει από το πρωί.

Στήνοντας ένα μικρό πηγαδάκι της στιγμής, ο Γιάννης με την αδελφή του αποφασίζουν να δώσουν μερικές από τις δικές τους «εισπράξεις» στα μικρά κορίτσια.

«Πάρτε αυτά τα κάλαντα και μη στεναχωριέστε. Γυρίστε σπίτι σας και να περάσετε Καλά Χριστούγεννα»

«Ευχαριστούμε πολύ! εσείς όμως…;».

«Εμείς έχουμε άλλα τόσα. Δεν πειράζει, μας φτάνουν εμάς».

«Ευχαριστούμε πολύ, ευχαριστούμε! Καλά Χριστούγεννα».

Τα είχαν ανάγκη  αυτά τα χρήματα, έστω κι αν δεν ήταν αρκετά. Η πράξη τους όμως τους έκανε να αισθάνονται πλούσια στην καρδιά τους.

Πλησιάζοντας πλέον στη γειτονιά τους κοντοστέκονται, σα να ήταν συνεννοημένα, έξω από ένα χαμηλόσπιτο, όπου έμενε μόνη της μια γριούλα, η κυρά Μαρία. Την έβλεπαν εδώ και καιρό να υποφέρει από το κρύο και την πείνα. Οι γείτονες, όσο μπορούσαν, την βοηθούσαν προσφέροντας την καθημερινά ένα πιάτο φαγητό.

Βάζοντας το σχέδιο τους σε εφαρμογή, μπήκαν γρήγορα-γρήγορα στο παντοπωλείο του κυρ Παντελή και γέμισαν μια σακούλα με τρόφιμα. Με καμάρι και χαρά, τα προσέφεραν στην ηλικιωμένη γυναίκα εύχοντας την καλές γιορτές.

«Σας ευχαριστώ αγγελούδια μου, να σας χαίρονται οι γονείς σας». Συγκινημένη η γριούλα τα χαιρέτησε κι αυτά πήραν το δρόμο για το σπίτι.

Πλέον αντιλήφθηκαν ότι τα χρήματα, που τους απέμεναν, δεν έφταναν για να στήσουν το γιορτινό τραπέζι, όπως ονειρεύονταν και λαχταρούσαν.

Μα μόλις πλησίασαν στο σπίτι τους δεν πίστευαν στα μάτια τους. Λαμπάκια αναμμένα στόλιζαν τα κάγκελα του μπαλκονιού και μαζί με ένα Άγιο Βασίλη σκαρφαλωμένο σε μια σκάλα, έδιναν ένα διαφορετικό χρώμα, μια άλλη ζωντάνια στο σπίτι τους.

Ο Γιάννης κοιτά ξαφνιασμένος τη Μαρία που έμεινε με ανοιχτό το στόμα, δίχως να πιστεύει αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα.

Μόλις πλησίασαν στην εξώπορτα, μια θεσπέσια ευωδία εξέρχονταν από το παράθυρο της κουζίνας και ζάλιζε την όσφρηση τους. Ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο τραπεζομάντιλο συνόδευε το τραπέζι, που είχε γεμίσει από εδέσματα, τέτοια, που ούτε στον ύπνο τους δεν φαντάζονταν τον τελευταίο καιρό. Κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο ξεχώριζαν και τα δώρα του Αι Βασίλη.

Οι γονείς τους αγκαλιασμένοι τους ανήγγειλαν το ευχάριστο νέο.

«Πήραν τον μπαμπά στην δουλειά».

Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στα κατακόκκινα μάγουλα τους. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έγιναν ένα κουβάρι. Δεν περίμεναν καλύτερο δώρο αυτή τη μέρα.

Κρατώντας το ένα αδελφάκι το χέρι του άλλου κατευθύνθηκαν στην εικόνα της Παναγίας με το μικρό Χριστούλη στην αγκαλιά, προσευχόμενα και ευχαριστώντας την για το ανέλπιστο δώρο.

Ήταν τα πιο ζεστά και χαρούμενα Χριστούγεννα για την Μαρία και τον Γιάννη. Χριστούγεννα που θα μείνουν αξέχαστα για όλη τους τη ζωή.